επισωζομένη

ἐπισωζομένη, ἡ (Α)
1. η Ανάληψη, η μέρα τής Αναλήψεως τού Κυρίου («εἰς τήν... ἀνάληψιν τὴν λεγομένην τῷ ἐπιχωρίῳ τῶν Καππαδόκων ἔθει τὴν ἐπισωζομένην, Γρηγ. Νύσσ.)
2. πιθ. η προ τής Αναλήψεως Κυριακή ή η πέμπτη Κυριακή τών Νηστειών (Ιωάνν. Χρυσ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.